Κοιμήσου ομορφιά μου κάτω από το
άσπρο σου σεντόνι.
Κοιμήσου και ονειρέψου, ότι δεν
αγαπάς, ότι δεν πονάς.
Κοιμήσου στον πλαστό σου κόσμο,
κεντημένο και πλυμένο
υποκριτικό, αδιανόητο, εύκολο,
γνωστό.
Εδώ ο ύπνος είναι ήσυχος, δεν έχει
κρύο, δεν έχει ζέστη,
τα όνειρα είναι ίσως αληθινά,
είναι ίσως γλυκά.
Όταν το σεντόνι
γλιστρήσει από τα χέρια σου, σφίξτο μέχρι να ματώσεις
γιατί αν σε δει το φως, θα
ξυπνήσεις και θα θες να ζήσεις.
Κοιμήσου ομορφιά μου, κοιμήσου
πικρή παιδική καρδιά μου.
Κλείσε τα αυτιά σου στην ευτυχία,
τα μάτια σου στο αύριο.
Μείνε παγωμένη στην ίδια θέση, άσε
το φόβο να σε χαϊδέψει
Δεν έχεις δάκρυ να χάσεις,
μαχαιριά να λάβεις.
Όλα τέλεια, βατά, απτά, σιχαμερά,
ανήθικα βολεμένα.
Και εσύ που νομίζεις ότι υπάρχεις
γελάς μόνο με αναμνήσεις
κλαις για την κόλαση που δεν
τόλμησες να νικήσεις
και για ένα παράδεισο που δεν
άντεξες να ζήσεις …